γαλακτὶς

γᾰλακτ-ὶς πέτρα,
A = -ίτης, Orph.L.201.
II γαλακτίς, ίδος, , = τιθύμαλλος, Aët.1.397.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γαλακτίς — γαλακτίς, η (AM) [γάλα] το φυτό τιθύμαλλος, γαλατσίδα, φλόμος αρχ. «γαλακτὶς πέτρα» ο γαλακτίτης …   Dictionary of Greek

  • Галаксиди — Город Галаксиди Γαλαξείδι Страна ГрецияГреция …   Википедия

  • ατσίδα — η (και ουδ. ατσίδι, το) 1. νυφίτσα, κουνάβι 2. (και ατσίδας, ο) έξυπνος, εύστροφος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ικτίδα (αιτ. του ικτίς, ίδος) «κουνάβι» (για την τροπή του κτι σε τσι πρβλ. γαλακτίς γαλακτίδα γαλατσίδα] …   Dictionary of Greek

  • γάλα — Υγρό που εκκρίνεται από τους μαστικούς αδένες των θηλαστικών. Το γ. είναι ένα γαλάκτωμα, δηλαδή νερό με λεπτότατα λιποσφαίρια που περιέχει, εκτός από το λίπος, πρωτεΐνες, υδατάνθρακες, ένζυμα, άλατα και βιταμίνες. Όλα τα συστατικά αυτά φέρονται… …   Dictionary of Greek

  • γαλατσίδα — Φυτό της οικογένειας των ευφορβιιδών. Είναι είδος αφάνας, γνωστό με την επιστημονική ονομασία ευφορβία η ακανθόθαμνη. * * * η 1. οποιοδήποτε αγριόχορτο με γαλακτώδη χυμό 2. ονομασία διαφόρων φυτών τού γένους τού Ευφορβίου, τιθύμαλλος, φλόμος 3.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.